| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.072.765 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συλλέγω |
0,03 sec. |
|
συλλέγω collect, compile, pick ramasser, rassembler يَلُم sebrat samle sammeln recoger kerätä sakupljati raccogliere 集める ...을 모으다 verzamelen samle (inn) zebrać coletar, juntar собирать hämta สะสม toplamak thu thập 收集 ρ μετβ συλλέγω [si'leɣo] 1 συγκεντρώνω recueillirrassembler συλλέγω στοιχεία recueillir des éléments de preuve 2 κάνω συλλογή collectionner συλλέγω γραμματόσημα collectionner les timbres Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|