| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.275.378 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
συλλέγω |
0,01 sec. |
|
|
συλλέγω collect, compile, pick ramasser, rassembler يَلُم sebrat samle sammeln recoger kerätä sakupljati raccogliere 集める ...을 모으다 verzamelen samle (inn) zebrać coletar, juntar собирать hämta สะสม toplamak thu thập 收集 събира 收集
ρ μετβ συλλέγω [si'leɣo] 1 συγκεντρώνω recueillirrassembler συλλέγω στοιχεία recueillir des éléments de preuve 2 κάνω συλλογή collectionner συλλέγω γραμματόσημα collectionner les timbres Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|