| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.759.092.065 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συλλεκτικός |
0,04 sec. |
|
συλλεκτικός επίθ α / θ / ουδ συλλεκτικός, συλλεκτική, συλλεκτικό [silekti'kos, silekti'ci, silekti'ko] 1 σχετικός με συλλογή collectionneur/-euse συλλεκτικός όμιλος un club de collectionneurs 2 άξιος συλλογής de collection συλλεκτικό κομμάτι un objet de collection συλλεκτική αξία une valeur d'objet de collection Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|