| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.303.378 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συλλογικός |
0,01 sec. |
|
συλλογικός collective جمعى kolektivní kollektiv kollektiv colectivo yhteis- collectif kolektivni collettivo 集団の 집합적인 gezamenlijk felles zbiorowy colectivo, coletivo общий gemensam ซึ่งเป็นกลุ่ม ortaklaşa chung 集体的 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|