Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.724.999.896 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

συλλογισμένος

0,01 sec.
συλλογισμένος pensive, preoccupied
συλλογισμένος مشغول البال
συλλογισμένος zamyšlený
συλλογισμένος fordybet i
συλλογισμένος gedankenverloren
συλλογισμένος absorto
συλλογισμένος ajatuksiinsa uppoutunut
συλλογισμένος préoccupé
συλλογισμένος preokupiran
συλλογισμένος preoccupato
συλλογισμένος 余念のない
συλλογισμένος 몰두한
συλλογισμένος in gedachten verzonken
συλλογισμένος åndsfraværende
συλλογισμένος pochłonięty
συλλογισμένος preocupado
συλλογισμένος озабоченный
συλλογισμένος tankfull
συλλογισμένος ใจจดใจจ่อ
συλλογισμένος kafasını takmış
συλλογισμένος bận tâm
συλλογισμένος 全神贯注的


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.