| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.815.133 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συμβίωση |
0,02 sec. |
|
συμβίωση symbiose ουσ θ συμβίωση [sim'viosi] 1 συνύπαρξη cohabitationvie en commun ειρηνική συμβίωση une cohabitation paisible 2 το να ζουν μαζί ένας άντρας και μια γυναίκα, χωρίς γάμο concubinage Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|