| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.802.717 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συμβατικός |
0,02 sec. |
|
συμβατικός conventionnel contractual conventional επίθ α / θ / ουδ συμβατικός, συμβατική, συμβατικό [simvati'kos, simvati'ci, simvati'ko] 1 καθιερωμένος, συντηρητικός conventionnel/-elle συμβατική μέθοδος une méthode conventionnelle ακολουθώ ένα συμβατικό τρόπο ζωής avoir un mode de vie conventionnel 2 τυπικός, χωρίς ουσία conventionnel συμβατική σχέση une relation conventionnelle Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|