| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.286.842 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
συμβιβάζω |
0,01 sec. |
|
|
συμβιβάζω compromise, reconcile
ρ μετβ συμβιβάζω [simvi'vazo] ρ μεσοπαθ συμβιβάζομαι [simvi'vazome] 1 υποχωρώ succombercéder συμβιβάζομαι με τον κανονισμό se soumettre à la réglementation Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|