| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.589.991 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συμβιβάζω |
0,03 sec. |
|
συμβιβάζω compromise, reconcile ρ μετβ συμβιβάζω [simvi'vazo] ρ μεσοπαθ συμβιβάζομαι [simvi'vazome] 1 υποχωρώ succombercéder συμβιβάζομαι με τον κανονισμό se soumettre à la réglementation Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|