| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.290.902 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
συμβιβασμός |
0,01 sec. |
|
|
συμβιβασμός compromise تسوية kompromis kompromis Kompromiss compromiso kompromissi compromis kompromis compromesso 妥協 타협 compromis kompromiss kompromis compromisso компромисс kompromiss การประนีประนอม ödün sự thỏa hiệp 妥协 妥協 פשרה
ουσ α συμβιβασμός [simviva'zmos] 1 συμφωνία concordance Καταφέραμε να φτάσουμε σε συμβιβασμό. Νous avons réussi à parvenir à un compromis. 2 υποχώρηση concession; compromis κάνω συμβιβασμούς faire des concessions Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|