| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.272.692 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συμβολικός |
0,01 sec. |
|
συμβολικός symbolic simbola symbolique επίθ α / θ / ουδ συμβολικός, συμβολική, συμβολικό [simvoli'kos, simvoli'ci, simvoli'ko] 1 που λειτουργεί σαν σύμβολο symbolique συμβολική σημασία un sens symbolique 2 τυπικός, ενδεικτικός symbolique συμβολική αμοιβή une rémunération symbolique Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|