| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.804.934 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συμβολισμός |
0,02 sec. |
|
συμβολισμός symbolism ουσ α συμβολισμός [simvoli'zmos] 1 η χρήση συμβόλου για απόδοση εννοιών, πραγμάτων κ.λπ. symbolisme ο συμβολισμός μιας τελετής le symbolisme d'une cérémonie 2 λογοτεχνικό κίνημα symbolisme από το ρομαντισμό στο συμβολισμό du romantisme au symbolisme Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|