| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.634.137 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συμβούλιο |
0,03 sec. |
|
συμβούλιο board, council conseil مجلس rada råd Sitzung ayuntamiento, concejo neuvosto vijeće comune 審議会 회의 vergadering råd rada conselho совет kommunfullmäktige สภาท้องถิ่น meclis hội đồng 政务会 ουσ ουδ συμβούλιο [sim'vulio] 1 επίσημο όργανο που αποφασίζει για διάφορα θέματα conseil; assemblée πειθαρχικό συμβούλιο un conseil de discipline το δημοτικό συμβούλιο l'assemblée municipale 2 συνέλευση réunion έκτακτο συμβούλιο une réunion extraordinaire Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|