| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.514.946 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συμμερίζομαι |
0,07 sec. |
|
συμμερίζομαι share, sympathize partager, plaindre يَتعاطف mít porozumění vise forståelse for mitfühlen simpatizar tuntea sympatiaa simpatizirati simpatizzare 同情する 동정하다 sympathiseren ha medfølelse med współczuć compadecer-se сочувствовать sympatisera เห็นใจ halden anlamak thông cảm 同情 ρ μεσοπαθ συμμερίζομαι [sime'rizome] 1 καταλαβαίνω, μπαίνω στη θέση κάποιου partagercompatir Συμμερίζομαι τις ανησυχίες σου. Je partage ton inquiétude. συμμερίζομαι κπτη δυστυχία κάποιου compatir avec qqn/avec le malheur de qqn 2 συμφωνώ με κτ partager συμμερίζομαι τις απόψεις κάποιου partager l'avis de qqn Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|