Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.725.694.674 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

συμμετέχω

0,02 sec.
συμμετέχω participate, join يَربِط, يَشتَرك في stát se členem, zúčastnit (se) deltage, slutte sig til beitreten, teilnehmen participar, unir liittää, osallistua participer, rejoindre krenuti u, sudjelovati partecipare, unire 加わる, 参加する ...에 합류하다, 참가하다 aansluiten bij (zich), deelnemen delta, slutte seg til dołączyć, wziąć udział juntar, participar присоединять, участвовать delta, förena เข้าร่วม, มีส่วนร่วม katılmak tham gia 参与, 参加
ρ αμετβ συμμετέχω [sime'texo]
παίρνω μέρος participerprendre part
συμμετέχω σε παιχνίδιδιαγωνισμό participer à un jeu/à un concours


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.