| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.313.635 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συμμετοχή |
0,01 sec. |
|
συμμετοχή participation, involvement ουσ θ συμμετοχή [simeto'çi] 1 η παρουσία participation η συμμετοχή σε γιορτή la participation à une fête ενεργός συμμετοχή une participation active 2 ανάμειξη complicité κατηγορούμαι για συμμετοχή σε έγκλημα être accusé de complicité de crime Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|