| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.826.671 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συμμετρικός |
0,01 sec. |
|
συμμετρικός symmetric, symmetrical symétrique simétrico متماثل symetrický symmetrisk symmetrisch simétrico symmetrinen simetričan simmetrico 左右対称の 대칭적인 symmetrisch symmetrisk symetryczny симметричный symmetrisk ซึ่งมีสัดส่วนสมดุลกัน simetrik cân đối 对称的 επίθ α / θ / ουδ συμμετρικός, συμμετρική, συμμετρικό [simetri'kos, simetri'ci, simetri'ko] αρμονικός symétrique συμμετρικές γραμμές des lignes/des formes symétriques Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|