| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.300.911 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
συμμορφώνομαι |
0,01 sec. |
|
|
συμμορφώνομαι comply
ρ μεσοπαθ συμμορφώνομαι [simor'fonome] πειθαρχώ obéirse soumettre συμμορφώνομαι με τον κανονισμό se conformer à la réglementation Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|