| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.349.617 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συμπέρασμα |
0,01 sec. |
|
συμπέρασμα conclusion, deduction, inference conclusion خاتمة úsudek afslutning Schlussfolgerung conclusión johtopäätös zaključak conclusione 結論 결론 conclusie konklusjon wniosek conclusão заключение sammanfattning การสรุป sonuç kết luận 结论 ουσ ουδ συμπέρασμα [si'mberazma] το αποτέλεσμα συλλογισμού conclusion βγάζω συμπέρασμα tirer une conclusion καταλήγω σε συμπέρασμα aboutir à une conclusion Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|