| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.805.214.733 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συμπίπτω |
0,02 sec. |
|
συμπίπτω coincide, concur, overlap coïncider يَتَزامن přihodit (se) současně ske samtidig zusammenfallen coincidir sattua samaan aikaan podudarati se coincidere 同時に起こる 동시에 일어나다 samenvallen falle sammen zbiec się coincidir совпадать sammanfalla สอดคล้องกันพอดี çakışmak trùng lặp 巧合 ρ αμετβ συμπίπτω [si'mbipto] 1 ταιριάζω assortir Τα συμφέροντά μας συμπίπτουν. Nos intérêts coïncident. 2 συμβαίνει την ίδια στιγμή coïncider Τα ωράριά μας συμπίπτουν. Nos horaires coïncident. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|