| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.234.005 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συμπαθητικός |
0,03 sec. |
|
συμπαθητικός sympathique, agréable simpatico, gradevole likeable, nice لطيف příjemný rar nett amable mukava ugodan すてきな 좋은 aardig hyggelig miły agradável, legal приятный trevlig ดี hoş dễ chịu 美好的 επίθ α / θ / ουδ συμπαθητικός, συμπαθητική, συμπαθητικό [simbaθiti'kos, simbaθiti'ci, simbaθiti'ko] 1 αγαπητός sympa(thique) συμπαθητικός άνθρωπος un homme sympathique 2 ευχάριστος, ικανοποιητικός sympathiqueagréable συμπαθητική συζήτηση une conversation sympathique Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|