| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.302.121 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
συμπαθητικός |
0,01 sec. |
|
|
συμπαθητικός sympathique, agréable simpatico, gradevole likeable, nice لطيف příjemný rar nett amable, agradable mukava ugodan すてきな 좋은 aardig hyggelig miły agradável, legal приятный trevlig ดี hoş dễ chịu 美好的 נחמד
επίθ α / θ / ουδ συμπαθητικός, συμπαθητική, συμπαθητικό [simbaθiti'kos, simbaθiti'ci, simbaθiti'ko] 1 αγαπητός sympa(thique) συμπαθητικός άνθρωπος un homme sympathique 2 ευχάριστος, ικανοποιητικός sympathiqueagréable συμπαθητική συζήτηση une conversation sympathique Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|