| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.303.625 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
συμπεριφέρομαι |
0,03 sec. |
|
|
συμπεριφέρομαι act, behave يَتَصَرف zachovat (se) opføre (sig) benehmen (sich) comportarse käyttäytyä se comporter ponašati se comportarsi 振舞う 행동하다 gedragen (zich) oppføre (seg) zachować się comportar-se вести себя uppföra (sig) ปฎิบัติ davranmak cư xử 举动
ρ μεσοπαθ συμπεριφέρομαι [simberi'ferome] έχω συγκεκριμένη συμπεριφορά se comporterse conduire Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|