Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.726.627.617 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

συμπιέζω

0,01 sec.
συμπιέζω compress, squeeze in
συμπιέζω يَحْشو
συμπιέζω vtěsnat
συμπιέζω presse ind
συμπιέζω hineinzwängen (sich)
συμπιέζω apretujarse
συμπιέζω sulloa
συμπιέζω insérer
συμπιέζω ugurati se
συμπιέζω riuscire ad infilarsi
συμπιέζω 割り込む
συμπιέζω 비집고 들어가다
συμπιέζω erin wringen (zich)
συμπιέζω klemme inn
συμπιέζω wcisnąć się
συμπιέζω enfiar-se
συμπιέζω klämma (sig) in
συμπιέζω เบียดเข้าไป
συμπιέζω sıkışmak
συμπιέζω chen lấn
συμπιέζω 挤进来


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.