| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.726.627.617 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συμπιέζω |
0,01 sec. |
|
συμπιέζω compress, squeeze in συμπιέζω يَحْشو συμπιέζω vtěsnat συμπιέζω presse ind συμπιέζω hineinzwängen (sich) συμπιέζω apretujarse συμπιέζω sulloa συμπιέζω insérer συμπιέζω ugurati se συμπιέζω riuscire ad infilarsi συμπιέζω 割り込む συμπιέζω 비집고 들어가다 συμπιέζω erin wringen (zich) συμπιέζω klemme inn συμπιέζω wcisnąć się συμπιέζω enfiar-se συμπιέζω втискивать(ся) συμπιέζω klämma (sig) in συμπιέζω เบียดเข้าไป συμπιέζω sıkışmak συμπιέζω chen lấn συμπιέζω 挤进来 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|