| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.105.688 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συμπλήρωση |
0,21 sec. |
|
συμπλήρωση completion ουσ θ συμπλήρωση [si'mblirosi] 1 προσθήκη ajout Η υποχρεωτική συμπλήρωση στοιχείων είναι υποχρεωτική. L'ajout de coordonnées est obligatoire. 2 το να συμπληρώνεται έγγραφο remplissage συμπλήρωση δήλωσης le remplissage d'une déclaration Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|