| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.770.484 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συμπονετικός |
0,02 sec. |
|
συμπονετικός متعاطف, مستغرق في التفكير συμπονετικός chápající, ohleduplný συμπονετικός medfølende, tankefuld συμπονετικός mitfühlend, rücksichtsvoll συμπονετικός sympathetic, thoughtful συμπονετικός comprensivo, pensativo συμπονετικός huomaavainen, myötätuntoinen συμπονετικός compréhensif, prévenant συμπονετικός pažljiv, simpatetičan συμπονετικός comprensivo, premuroso συμπονετικός 同情的な, 思慮深い συμπονετικός 동정적인, 사려 깊은 συμπονετικός attent, sympathiek συμπονετικός pełen współczucia, zamyślony συμπονετικός задумчивый, сочувствующий συμπονετικός fundersam, sympatisk συμπονετικός เห็นอกเห็นใจ, อย่างมีความคิด συμπονετικός quan tâm, thông cảm Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|