| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.155.408 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συμπονώ |
0,04 sec. |
|
συμπονώ يُشفق على politovat have ondt af bemitleiden pity compadecer sääliä avoir pitié de sažaljenje avere pietà 哀れむ 불쌍히 여기다 medelijden hebben synes synd på pożałować ter pena жалеть tycka synd om สงสาร acımak thương hại 怜悯 ρ μετβ συμπονώ [simbo'no] λυπάμαι κπ compatir àavoir pitié de Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|