| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.634.407 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συμπτωματικός |
0,02 sec. |
|
συμπτωματικός symptomatique επίθ α / θ / ουδ συμπτωματικός, συμπτωματική, συμπτωματικό [simptomati'kos, simptomati'ci, simptomati'ko] 1 τυχαίος hasardeux/-euse Μήπως είναι συμπτωματικό; Serait-ce une coïncidence ? συμπτωματική συνάντηση une rencontre hasardeuse 2 σχετικός με σύμπτωμα symptomatique συμπτωματική θεραπεία une thérapie symptomatique επίρρ συμπτωματικά [£££simptomati'ka] par hasard Συναντηθήκαμε συμπτωματικά. Nous nous sommes rencontrés par hasard. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|