| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.237.962 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συμφέρω |
0,03 sec. |
|
συμφέρω ρ μετβ συμφέρω [sim'ferο] εξυπηρετώ servir Δεν τον συμφέρει. Ce n'est pas dans son intérêt. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|