| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.310.908 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
συμφιλιώνομαι |
0,01 sec. |
|
|
συμφιλιώνομαι reunite
ρ μεσοπαθ συμφιλιώνομαι [simfili'onome] 1 ξαναγίνομαι φίλος se réconcilier 2 συνηθίζω, συμβιβάζομαι s'habituer Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|