Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.772.880.414 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

συμφωνώ

0,02 sec.
συμφωνώ agree, correspond, stipulate, tally akordi accord, être d’accord يَقْبَل souhlasit være enig zustimmen estar de acuerdo olla samaa mieltä dogovoriti concordare 賛成する 동의하다 mee eens zijn samtykke zgodzić się concordar соглашаться hålla med เห็นด้วย aynı fikirde olmak đồng ý 同意
ρ αμετβ συμφωνώ [simfo'no]
1 έχω παρόμοια γνώμη être/se mettre d'accord
£££Συμφωνώ μαζί σου.£££μ' εσένα.£££ Je suis d'accord avec toi.
2 κάνω συμφωνία με κπ se mettre d'accord
Συμφωνήσαμε ναότι θα δουλέψουμε μαζί. Nous nous sommes mis d'accord pour travailler ensemble.
Συμφωνήσαμε στην τιμή. Νous nous sommes mis d'accord sur le prix.
3 παραδέχομαι admettreacquiescer
Συμφωνώ ότι έχεις δίκιο. J'admets que tu as raison.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.