| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.346.740 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συμφωνώ |
0,01 sec. |
|
συμφωνώ agree, correspond, stipulate, tally akordi accord, être d’accord يَقْبَل souhlasit være enig zustimmen estar de acuerdo olla samaa mieltä dogovoriti concordare 賛成する 동의하다 mee eens zijn samtykke zgodzić się concordar соглашаться hålla med เห็นด้วย aynı fikirde olmak đồng ý 同意 ρ αμετβ συμφωνώ [simfo'no] 1 έχω παρόμοια γνώμη être/se mettre d'accord 2 κάνω συμφωνία με κπ se mettre d'accord Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|