| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.401.444 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συμφόρηση |
0,01 sec. |
|
συμφόρηση congestion συμφόρηση احتقان συμφόρηση přelidněnost συμφόρηση overfyldning συμφόρηση Stau συμφόρηση congestión συμφόρηση ruuhka συμφόρηση encombrement συμφόρηση zakrčenost συμφόρηση congestione συμφόρηση 密集 συμφόρηση 정체 συμφόρηση ophoping συμφόρηση overbelastning συμφόρηση przeciążenie συμφόρηση congestionamento συμφόρηση скопление συμφόρηση trängsel συμφόρηση ความแออัด συμφόρηση tıkanıklık συμφόρηση sự tắc nghẽn συμφόρηση 拥塞 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|