| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.322.062 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
συνέλευση |
0,02 sec. |
|
|
συνέλευση assembly, convention Assembly
ουσ θ συνέλευση [si'nelefsi] συγκέντρωση εργαζομένων ή μελών συλλόγου κ.λπ. assemblée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|