| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.122.193 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συνέλευση |
0,04 sec. |
|
συνέλευση assembly, convention ουσ θ συνέλευση [si'nelefsi] συγκέντρωση εργαζομένων ή μελών συλλόγου κ.λπ. assemblée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|