| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.322.770 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
συνέπεια |
0,01 sec. |
|
|
συνέπεια consequence, consistency, implication, offensive, effect أثر, عاقبة důsledek, účinek effekt, konsekvens Folge, Wirkung consecuencia, efecto seuraus, vaikutus conséquence, effet posljedica, učinak conseguenza, effetto 影響, 結果 결과, 효과 effect, gevolg konsekvens, virkning konsekwencja, skutek consequência, conseqüência, efeito последствие, результат konsekvens, verkan ผลกระทบ, ผลลัพธ์ etki, sonuç hậu quả, tác động 后果, 影响
ουσ θ συνέπεια [si'nepia] 1 επακόλουθο, αποτέλεσμα conséquence κατά συνέπεια par conséquent Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|