| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.279.769 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συναδελφικός |
0,03 sec. |
|
συναδελφικός επίθ α / θ / ουδ συναδελφικός, συναδελφική, συναδελφικό [sinaðelfi'kos, sinaðelfi'ci, sinaðelfi'ko] χωρίς ανταγωνισμό confraternel/-elle συναδελφικό πνεύμα un esprit confraternel Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|