| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.333.381 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
συναινετικός |
0,01 sec. |
|
|
συναινετικός consensual
επίθ α / θ / ουδ συναινετικός, συναινετική, συναινετικό [sineneti'kos, sineneti'ci, sineneti'ko] με συμφωνία από όλες τις μεριές de consentement συναινετικό διαζύγιο un divorce par consentement mutuel Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|