| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.975.046 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συναινώ |
0,07 sec. |
|
συναινώ consent, acquiesce ρ αμετβ συναινώ [sine'no] δίνω την έγκρισή μου consentirdonner son consentement συναινώ σε γάμο consentir à un mariage Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|