| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.333.842 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
συναισθάνομαι |
0,01 sec. |
|
|
συναισθάνομαι
ρ μεσοπαθ συναισθάνομαι [sine'sθanome] 1 έχω συναίσθηση, συνειδητοποιώ avoir conscience dese rendre compte de Συναισθάνομαι το λάθος μου. J'ai conscience de mon erreur. 2 συμμερίζομαι ressentir Συναισθάνομαι την ανησυχία σου. Je ressens ton inquiétude. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|