Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.334.075 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

συναισθηματικός

0,01 sec.
συναισθηματικός emotional, sentimental حساس, عاطفي citový, sentimentální følelsesmæssig, sentimental emotional, sentimental emocional, sentimental sentimentaalinen, tunteellinen émotif, sentimental emocionalan, sentimentalan commovente, sentimentale 感傷的な, 感情の 감정의, 감정적인 emotioneel, sentimenteel følelsesmessig, sentimental emocjonalny, sentymentalny emocional, sentimental сентиментальный, эмоциональный känslosam, sentimental เกี่ยวกับอารมณ์, ซึ่งสะเทือนอารมณ์ duygusal ủy mị, xúc động 多愁善感的, 情感的 емоционален
επίθ α / θ / ουδ συναισθηματικός, συναισθηματική, συναισθηματικό [sinesθimati'kos, sinesθimati'ci, sinesθimati'ko]
1 σχετικός με το συναίσθημα sentimental/-ale
η συναισθηματική κατάσταση κάποιου l'état sentimental de qqn
συναισθηματική φόρτιση une tension sentimentale
2 ευαίσθητος sentimental
συναισθηματικό παιδί un enfant sentimental


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.