| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.966.794 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συναισθηματικός |
0,01 sec. |
|
συναισθηματικός emotional, sentimental حساس, عاطفي citový, sentimentální følelsesmæssig, sentimental emotional, sentimental emocional, sentimental sentimentaalinen, tunteellinen émotif, sentimental emocionalan, sentimentalan commovente, sentimentale 感傷的な, 感情の 감정의, 감정적인 emotioneel, sentimenteel følelsesmessig, sentimental emocjonalny, sentymentalny emocional, sentimental сентиментальный, эмоциональный känslosam, sentimental เกี่ยวกับอารมณ์, ซึ่งสะเทือนอารมณ์ duygusal ủy mị, xúc động 多愁善感的, 情感的 επίθ α / θ / ουδ συναισθηματικός, συναισθηματική, συναισθηματικό [sinesθimati'kos, sinesθimati'ci, sinesθimati'ko] 1 σχετικός με το συναίσθημα sentimental/-ale η συναισθηματική κατάσταση κάποιου l'état sentimental de qqn συναισθηματική φόρτιση une tension sentimentale 2 ευαίσθητος sentimental συναισθηματικό παιδί un enfant sentimental Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|