| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.997.066 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συναρμολόγηση |
0,01 sec. |
|
συναρμολόγηση assembly, assemblage montagem ουσ θ συναρμολόγηση [sinarmo'loʝisi] η ένωση κομματιών για κατασκευή αντικειμένου assemblage Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|