Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.459.642 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

συνδέω στην πρίζα

0,02 sec.
συνδέω στην πρίζα يُوصِل بالقابس الكهربائي
συνδέω στην πρίζα zapojit
συνδέω στην πρίζα slutte til
συνδέω στην πρίζα einstöpseln
συνδέω στην πρίζα plug in
συνδέω στην πρίζα enchufar
συνδέω στην πρίζα kytkeä pistorasiaan
συνδέω στην πρίζα brancher
συνδέω στην πρίζα uključiti
συνδέω στην πρίζα inserire
συνδέω στην πρίζα プラグで接続する
συνδέω στην πρίζα 마개로 막다
συνδέω στην πρίζα insteken
συνδέω στην πρίζα plugge inn
συνδέω στην πρίζα wetknąć
συνδέω στην πρίζα ligar
συνδέω στην πρίζα включать в сеть
συνδέω στην πρίζα sätta i
συνδέω στην πρίζα เสียบปลั๊ก
συνδέω στην πρίζα bağlamak
συνδέω στην πρίζα cắm vào
συνδέω στην πρίζα 插上电源


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.