Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.726.447.570 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

συνδεδεμένος

0,01 sec.
συνδεδεμένος ملحق zadaný fastgjort vergeben attached adjunto varattu attaché vezan allegato 決まった相手がいる 애정으로 묶여 있는 bijgesloten festet przywiązany apegado, junto прикрепленный bifogad ที่ติดกัน ekli gắn bó 附上的
επίθ α / θ / ουδ συνδεδεμένος, συνδεδεμένη, συνδεδεμένο [sinðeðe'menos, sinðeðe'meni, sinðeðe'meno]
1 ενωμένος connecté/-éebranché/-ée
συνδεδεμένη συσκευή με un appareil connecté à
2 που έχει σχέση lié/-éequi a un rapport
Το πρώτο θέμα είναι συνδεδεμένο με το δεύτερο. La première question est liée à la deuxième.
3 δεμένος συναισθηματικά attaché/-éelié
Είναι πολύ συνδεδεμένοι. Ils sont très attachés l'un à l'autre.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.