| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.344.410 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
συνδικάτο |
0,01 sec. |
|
|
συνδικάτο union, labor union, trade union syndicat نقابة العمال odbor fagforening Gewerkschaft sindicato ammattiyhdistys sindikat sindacato 労働組合 노동조합 vakbond fagforening związek zawodowy sindicato профсоюз fackförening สหภาพแรงงาน sendika công đoàn 工会 סינדיקט
ουσ ουδ συνδικάτο [sinði'kato] σύλλογος εργαζομένων syndicat Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|