| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.593.117 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συνδρομή |
0,02 sec. |
|
συνδρομή aid, assistance, subscription, syndrome abonnement اشتراك předplatné abonnement Abonnement suscripción tilaus pretplata abbonamento 定期購読 구독 abonnement abonnement prenumerata assinatura, subscrição подписка prenumeration การสั่งซื้อเป็นประจำ abonelik tiền đặt báo dài hạn 订阅 ουσ θ συνδρομή [sinðro'mi] 1 υλική ή πρακτική ενίσχυση contribution συνδρομή σε ομαδικό έργο une contribution à une activité collective 2 ποσό για τακτικές υπηρεσίες ή για δικαίωμα συμμετοχής cotisation; abonnement ετήσια συνδρομή une cotisation annuelle συνδρομή σε περιοδικό un abonnement à une revue Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|