| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.939.947 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συνδυασμός |
0,01 sec. |
|
συνδυασμός combination combinaison مجموعة مؤتلفة kombinace kombination Kombination combinación yhdistelmä kombinacija combinazione 組み合わせ 결합 combinatie kombinasjon połączenie combinação комбинация kombination การรวมกัน birleştirme sự kết hợp 组合 ουσ α συνδυασμός [sinðia'zmos] 1 το ταίριασμα combinaison; association συνδυασμός χρωμάτων une combinaison de couleurs 2 η σύνδεση recoupement συνδυασμός πληροφοριών un recoupement de renseignements Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|