| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.619.572 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συνείδηση |
0,03 sec. |
|
συνείδηση konscio conscience mind, conscience ضمير إنساني svědomí samvittighed Gewissen conciencia omatunto savjest coscienza 良心 양심 geweten samvittighet sumienie consciência совесть samvete ความรู้สึกผิดชอบชั่วดี vicdan lương tâm 良心 ουσ θ συνείδηση [si'niðisi] 1 η επίγνωση conscience Έχω συνείδηση της κατάστασης. J'ai conscience de la situation. 2 το ήθος conscience άνθρωπος χωρίς συνείδηση un homme sans conscience Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|