| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.345.412 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
συνείδηση |
0,01 sec. |
|
|
συνείδηση konscio conscience mind, conscience ضمير إنساني svědomí samvittighed Gewissen conciencia omatunto savjest coscienza 良心 양심 geweten samvittighet sumienie consciência совесть samvete ความรู้สึกผิดชอบชั่วดี vicdan lương tâm 良心
ουσ θ συνείδηση [si'niðisi] 1 η επίγνωση conscience Έχω συνείδηση της κατάστασης. J'ai conscience de la situation. 2 το ήθος conscience άνθρωπος χωρίς συνείδηση un homme sans conscience Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|