| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.876.154 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συνεννόηση |
0,02 sec. |
|
συνεννόηση ουσ θ συνεννόηση [sine'noisi] 1 η επικοινωνία connivence; entente Υπάρχει συνεννόηση μεταξύ μας. Il y a une certaine connivence entre nous. 2 η συμφωνία arrangement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|