| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.038.573 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συνενοχή |
0,02 sec. |
|
συνενοχή ουσ θ συνενοχή [sineno'çi] 1 η ευθύνη μαζί με άλλον για κπ πράξη complicité ομολογώ τη συνενοχή μου avouer sa complicité 2 κοινός τρόπος σκέψης complicité; connivence Υπήρχε ένα είδος συνενοχής μεταξύ μας. Il y avait une sorte de complicité entre nous. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|