| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.472.457 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συνετός |
0,02 sec. |
|
συνετός prudent, sagacious, advisable, benevolent, judicious, prudential, wise, sensible sage, raisonnable, sensé محسوس rozumný følsom vernünftig sensato järkevä razborit giudizioso 分別のある 현명한 verstandig fornuftig rozsądny sensato благоразумный förnuftig มีความน่าเชื่อ sağduyulu có óc xét đoán 明智的 επίθ α / θ / ουδ συνετός, συνετή, συνετό [sine'tos, sine'ti, sine'to] επίρρ συνετά [sine'ta] avec sagesseprudemment Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|