| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.353.796 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
συνετός |
0,01 sec. |
|
|
συνετός prudent, sagacious, advisable, benevolent, judicious, prudential, wise, sensible sage, raisonnable, sensé محسوس rozumný følsom vernünftig sensato, prudente järkevä razborit giudizioso 分別のある 현명한 verstandig fornuftig rozsądny sensato, prudente благоразумный förnuftig มีความน่าเชื่อ sağduyulu có óc xét đoán 明智的 разумно
επίθ α / θ / ουδ συνετός, συνετή, συνετό [sine'tos, sine'ti, sine'to] επίρρ συνετά [sine'ta] avec sagesseprudemment Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|