| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.354.296 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
συνεχής |
0,03 sec. |
|
|
συνεχής continual, constant, unfailing مستمر neustálý konstant ständig constante, continua jatkuva constant stalan costante 絶えず続く 연속적인 constant vedvarende stały constante постоянный konstant ที่เกิดขึ้นตลอดเวลา sabit liên tục 不变的, 连续 непрекъснато 連續 רציף
επίθ α/θ / ουδ συνεχής, συνεχές [sine'çis, sine'çes] 2 που συμβαίνει κατ' επανάληψη consécutif/-ive συνεχείς νίκες des victoires consécutives επίρρ συνέχεια, συνεχώς [si'neçia, sine'xos] αδιάκοπα continuellementsans interruption Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|