| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.491.716 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συνεχής |
0,01 sec. |
|
συνεχής continual, constant, unfailing مستمر neustálý konstant ständig constante jatkuva constant stalan costante 絶えず続く 연속적인 constant vedvarende stały constante постоянный konstant ที่เกิดขึ้นตลอดเวลา sabit liên tục 不变的 επίθ α/θ / ουδ συνεχής, συνεχές [sine'çis, sine'çes] 2 που συμβαίνει κατ' επανάληψη consécutif/-ive συνεχείς νίκες des victoires consécutives επίρρ συνέχεια, συνεχώς [si'neçia, sine'xos] αδιάκοπα continuellementsans interruption Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|