| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.041.023 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συνεχιστής |
0,02 sec. |
|
συνεχιστής ουσ α / θ συνεχιστής, συνεχίστρια [sineçi'stis, sine'çistria] αυτός που συνεχίζει κτ continuateur; continuatrice; successeur Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|